H συνέχεια της ιστορίας έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση αγαπητέ και μοναδικέ μου αναγνώστη. Έπρεπε όμως να τακτοποιηθώ σε έναν καναπέ πριν μπορέσω να γράψω τη συνέχεια της Μεγάλης Περιπέτειας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα. Είναι 7:30 το πρωί του Σαββάτου και γράφω από Τον Καναπέ που βρίσκεται στο Aπαρταμάν που μένουμε, στο Απαρταμάν με Α κεφαλαίο, στο Απαρταμάν που τελικά μετά από πολλά βάσανα και πολλούς κόπους καταφέραμε να νοικιάσουμε. Κάθομαι εδώ, γράφοντας και πίνοντας τον καλύτερο καφέ στο Παρίσι. Και εδώ να σημειώσω ότι αν η εύρεση Απαρταμάν είναι δύσκολη έως και αδύνατη, το να φτιάξεις τον καλύτερο καφέ στο Παρίσι είναι το πλέον εύκολο γιατί, δεν ξέρω αν το έχω ξαναπεί, τούτοι εδώ μπορεί να έχουν τη μία από τις δύο καλύτερες κουζίνες στον κόσμο αλλά τον καφέ δεν τον έχουν. Ούτε τα δημητριακά τα έχουν. Ούτε τη λεμονάδα. Αλλά για αυτά τα καυτά ζητήματα θα μιλήσω κάποια άλλη στιγμή.
Ξύπνησα λοιπόν από τις 7 κάτι που δεν συμβαίνει ποτέ τις καθημερινές για εντελώς προφανείς λόγους δηλαδή για τον εξής έναν: τις καθημερινές πρέπει να πάω στη δουλειά και όταν πρέπει να πάω στη δουλειά δεν έχω καμμία διάθεση να σηκωθώ από το χάραμα. Αυτό σημαίνει ότι μέσα στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε που έγραψα τελευταία φορά, ξεκίνησα τη δουλειά, γεγονός που αποτελεί από μόνο του μια καινούργια Παρισινή Περιπέτεια που όμως, και με το συμπάθειο δηλαδή, δε θα τη χαραμίσω για να τη διαβάσεις μόνο εσύ μοναδικέ μου αναγνώστη. Θα τη γράψω μυθιστόρημα να τη διαβάσει το παγκόσμιο να μου δώσει και το βραβείο και το χρήμα. Ας πάρω όμως την ιστορία από εκεί που την άφησα, μια και η τάξις αποτελεί μια ωραιοτάτη και χρησιμοτάτη συνήθεια.
Είχα μείνει λοιπόν εκεί που ο κύριος Γυροβολιάς μας έχει πάρει τα λεφτά και μας έχει αφήσει στο δρόμο δηλαδή σχεδόν στο δρόμο γιατί τελικά καταφέρνουμε να μείνουμε για λίγο καιρό ακόμα στη Cite U μέχρι να βρούμε μια κάποια άλλη λύση. Η ιδέα ότι θα έπρεπε να ξαναρχίσουμε το ψάξιμο για απαρταμάν μας προκαλούσε τάσεις φυγής, κρίσεις πανικού και άλλα τέτοια ευχάριστα συμπτώματα. Μία συνάδελφος του Κ μας πρότεινε το απαρταμάν ενός μπάρμπα της σε μια πολυκατοικιάρα έξω από μια πόρτα, που αυτό στα Παρισινά σημαίνει έξω από τα όρια της πόλης. Πήγαμε μια βόλτα να εντοπίσουμε το απαρταμάν αφού η συγκεκριμένη πόρτα βρίσκεται κοντά στη cite. Περπατήσαμε κανένα εικοσάλεπτο και για πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να δω τον περίφημο περιφερειακό που διαχωρίζει το Παρίσι από την κόλαση. Που εμένα δηλαδή η κόλαση μου είναι πολύ οικεία γιατί εκεί έμενα. Τί σχέση έχω εγώ με την περίεργη αυτή πόλη με τα σπίτια Haussmannien και τα pierre de taille; Καμμία απαντάω μόνη μου. Εγώ στο χωριό μου είχα λεωφόρο, κίνηση, θόρυβο και συνεργεία αυτοκινήτων. Όμως άνθρωπος είμαι κι εγώ και ο άνθρωπος ως γνωστόν είναι ζώον που εύκολα καλομαθαίνει. Μετά λοιπόν από τόσους μήνες ψαξίματος εντός των ορίων της πόλεως του φωτός είδα την πολυκατοικιάρα και σκιάχτικα. Αν όμως αυτό ήταν τον κισμέτ μας, που έλεγε και ο μπαμπάς μου; “Πάρε παιδί μου το απαρταμάν κι έξω από την πόρτα”, τον άκουσα να μου λέει.
Ενώ είχαμε κλείσει το ραντεβού για να το δούμε και μέσα το απαρταμάν στην πολυκατοικιάρα του Γαλλικού Νέου Κόσμου, η Κ, η φίλη του Κ, είδε μια αγγελία στη δουλειά της για ένα απαρταμάν στο ενδέκατο διαμέρισμα. Τηλεφωνήσαμε φυσικά για να πάμε να το δούμε χωρίς καμμία προσδοκία μια και το ενδέκατο μας άρεσε συνεπώς δεν είχε καμμία πιθανότητα. Η πεποίθησή μου αυτή ενισχύθηκε όταν είδαμε το διαμέρισμα. Πάραπολύωραίοκαιμεγάλο. Στο δεύτερο όροφο ενός πολύ ωραίου κτηρίου με ασανσέρ, αν το πιστεύεις μοναδικέ μου αναγνώστη. Με δύο (2) υπνοδωμάτια. Με κουκέτα στο ένα υπνοδωμάτιο, σαν και αυτή που ήθελα όταν ήμουν μικρή, με γραφείο από κάτω που είναι σα να διαβάζεις μέσα στο παπούτσι του Μούγερ. Με κουζίνα κανονική, στην οποία χωράνε άνετα δύο άνθρωποι μην σου πω και τρεις, με ντουλάπια και με απ’όλα. Με μπάνιο κανονικό. Με ντουλάπες. Και τελευταίο και χλιδάτο: Με ηλεκτρικό νιαγάρα. Να εξηγήσω, επειδή εσύ δεν ξέρεις αγαπητέ αναγνώστη από τέτοια χαϊλίκια, ότι η λεκάνη είναι στην πρίζα και αντί να τραβάς την αλυσίδα και να πέφτει το νερό, χαϊδεύεις ένα μπουτόν μεταλλικό. Το γεγονός αυτό φαίνεται να αγχώνει εξαιρετικά την ιδιοκτήτρια που μας εξήγησε πάνω από τρεις φορές με τί τακτ οφείλουμε να χειριζόμαστε το εν λόγω μπουτόν.
Η ιδιοκτήτρια είναι η Γιούλια από την Αυστρία. Η Γιούλια αγόρασε αυτό το απαρταμάν όταν ήρθε στο Παρίσι και τί εστί ενοίκιο. Η Γιούλια φαίνεται καλή κοπέλα με δύο (μόνο) βασικές εμμονές: Το ηλεκτρικό καζανάκι και το ξύλινο πάτωμα. Μόλις μπήκαμε στο απαρταμάν, μας ζήτησε να βγάλουμε τα παπούτσια μας γιατί το ξύλινο πάτωμα “είναι καινούργιο και χαράζει εύκολα”. Προς θεού, όχι τακούνια. Μα εμείς δεν φοράμε τακούνια σκέφτηκα. Πού να τα βρούμε τα τακούνια; Ούτε οι φίλοι μας φοράνε τακούνια. Φοράνε; ρωτώ. Δεν φοράνε βέβαια. (ελπίζω να ελήφθη το υπονοούμενον). Επιπλεόν αν χρειάζεται κυρία Γιούλια μου πού και πού να περπατάμε με τα χέρια για να ξεκουράζεται το πάτωμα, εμείς και μπαλέτο έχουμε κάνει και γιόγκα, κανένα πρόβλημα. Η Γιούλια μας είπε επίσης ότι το απαρταμάν το είχε δει ήδη άλλο ένα ζευγάρι. Οι μελλοντικοί νοικάρηδες, σκέφτηκα. Δεν πτοηθήκαμε. Διηγηθήκαμε όλες μας τις περιπέτειες με ελαφρό τρέμουλο στο κάτω χείλος και παρακαλέσαμε τη Γιούλια να επιλέξει Εμάς αφού την κοιτάξαμε πολλές φορές με βλέμμα πληγωμένου ζώου. Φύγαμε αφού συμφωνήσαμε σε όλα, ήτοι να μπαίνουμε στο απαρταμάν με τα παπούτσια στο στόμα και να χαιδεύουμε το καζανάκι (σιγά το πράμα, άλλοι κάνουν πολύ χειρότερα).
Στο δρόμο της επιστροφής προσπαθούσαμε να σκεφτούμε τί άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε για να αυξήσουμε τις μηδενικές πιθανότητες να μας δώσει η Γιούλια το απαρταμάν. Μετά τσακωθήκαμε με τον Κ επειδή μου είπε ότι είχε τη φανταστική ιδέα να κάνει το παπούτσι του Μούγερ αποθήκη για τις κούτες του. Εκλαιγα για καμμιά ώρα στο γειτονικό παρκάκι και φαντασιωνόμουνα τους άστεγους της γειτονιάς να πίνουν το φτηνό κόκκινο κρασί τους στα κολωνάτα ποτήρια του Κ.